Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to traduce
01
συκοφαντώ, δυσφημίζω
to slander or defame someone by spreading false or malicious statements about them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
traduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
traduces
ενεστώτα μετοχή
traducing
απλός αόριστος
traduced
παθητική μετοχή
traduced
Παραδείγματα
He has traduced the character of his ex-partner in an ongoing campaign to discredit them in the eyes of their mutual friends.
Έχει δυσφημίσει τον χαρακτήρα του πρώην συντρόφου του σε μια συνεχιζόμενη καμπάνια για να τον δυσφημήσει στα μάτια των κοινών τους φίλων.
Λεξικό Δέντρο
traducement
traducer
traduce



























