Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traditionalist
01
παραδοσιακός
someone who values and upholds traditional customs, beliefs, or methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
traditionalists
Παραδείγματα
As a traditionalist, she insists on celebrating holidays with all the old family customs.
Ως παραδοσιακός, επιμένει να γιορτάζει τις γιορτές με όλες τις παλιές οικογενειακές παραδόσεις.
traditionalist
01
παραδοσιακός, συντηρητικός και στενόμυαλος
stubbornly conservative and narrow-minded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most traditionalist
συγκριτικός βαθμός
more traditionalist
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ideology, behavior, attitude
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
traditionalist
traditional



























