tracheostomy
tra
ˌtræ
trā
cheos
ˈkiɒs
kios
to
my
mi
mi
tracheotomy

Ορισμός και σημασία του "tracheostomy"στα αγγλικά

01

τραχειοστομία, τραχειοτομία

a surgical procedure to create a breathing passage in the neck 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tracheostomies
Παραδείγματα
The patient underwent a tracheostomy for breathing assistance. 

Ο ασθενής υποβλήθηκε σε τραχειοστομία για αναπνευστική βοήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store