toxicity
tox
tɒk
tok
i
ˈsɪ
si
ci
ty
ti
ti
tonicity

Ορισμός και σημασία του "toxicity"στα αγγλικά

01

τοξικότητα

the harmful effects or potential for harm caused by a substance to living organisms or the environment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The toxicity of the chemical spill contaminated the nearby water supply, posing a threat to aquatic life. 

Η τοξικότητα της χημικής διαρροής μόλυνε την κοντινή παροχή νερού, αποτελώντας απειλή για την υδρόβια ζωή.

02

τοξικότητα

the degree to which something is poisonous 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store