towel
towel
taʊəl
tawel
trowel

Ορισμός και σημασία του "towel"στα αγγλικά

01

πετσέτα, πανί

a piece of cloth or paper that you use for drying your body or things such as dishes 
towel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
towels
Παραδείγματα
He used a towel to dry his hair after swimming. 

Χρησιμοποίησε μια πετσέτα για να στεγνώσει τα μαλλιά του μετά την κολύμβηση.

to towel
01

σφουγγαρίζω, στεγνώνω με πετσέτα

to dry or clean something or someone using a towel by rubbing or patting 
to towel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
towel
γ΄ ενικό πρόσωπο
towels
ενεστώτα μετοχή
toweling
απλός αόριστος
toweled
παθητική μετοχή
toweled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store