Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tourist attraction
01
τουριστικό αξιοθέατο, τουριστικός προορισμός
a place that is popular among tourists and visitors, typically due to its cultural, historical, or natural significance, or its entertainment value
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tourist attractions
Παραδείγματα
The Eiffel Tower is a famous tourist attraction in Paris.
Ο Πύργος του Άιφελ είναι μια διάσημη τουριστική ατραξιόν στο Παρίσι.



























