toupe
Pronunciation
/tˈuːp/

Ορισμός και σημασία του "toupe"στα αγγλικά

01

περούκα

a small hairpiece to cover partial baldness
toupe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toupees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store