Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toughie
01
δύσκολη κατάσταση, περίπλοκο πρόβλημα
a severely difficult situation, problem, or question
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toughies
02
κακοποιός, μπουλι
an aggressive and violent young criminal
LanGeek



























