Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to touch up
[phrase form: touch]
01
επιδιορθώνω, βελτιώνω ελαφρά
to make minor improvements or fixes to something, usually by adding a small amount of additional material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
touch
ενεστώτας
touch up
γ΄ ενικό πρόσωπο
touches up
ενεστώτα μετοχή
touching up
απλός αόριστος
touched up
παθητική μετοχή
touched up
02
ακατάλληλα αγγίζω, παρενοχλώ σεξουαλικά
to touch someone in a sexual manner without their consent
Dialect
British
Offensive



























