tote
tote
toʊt
τουτ
/tˈə‍ʊt/

Ορισμός και σημασία του "tote"στα αγγλικά

01

τσάντα, καλάθι

a capacious bag or basket
tote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
totes
02

tote, σύστημα στοιχημάτων πούλ

a pool betting system, in which all bets are pooled together, and the total amount is then divided among the winners, minus a commission taken by the bookmaker
to tote
01

μεταφέρω με δυσκολία, κουβαλώ με κόπο

carry with difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tote
γ΄ ενικό πρόσωπο
totes
ενεστώτα μετοχή
toting
απλός αόριστος
toted
παθητική μετοχή
toted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store