Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tote
01
τσάντα, καλάθι
a capacious bag or basket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
totes
02
tote, σύστημα στοιχημάτων πούλ
a pool betting system, in which all bets are pooled together, and the total amount is then divided among the winners, minus a commission taken by the bookmaker
to tote
01
μεταφέρω με δυσκολία, κουβαλώ με κόπο
carry with difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tote
γ΄ ενικό πρόσωπο
totes
ενεστώτα μετοχή
toting
απλός αόριστος
toted
παθητική μετοχή
toted



























