tortured
tor
ˈtɔ:
taw
tured
ʧəd
chēd
tonsured

Ορισμός και σημασία του "tortured"στα αγγλικά

01

βασανισμένος, ταλαιπωρημένος

having gone through a great deal of difficulty or suffering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tortured
συγκριτικός βαθμός
more tortured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had a tortured expression after hearing the bad news. 

Είχε μια βασανισμένη έκφραση αφού άκουσε τα άσχημα νέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store