tortoise
tor
ˈtɔ:
taw
toise
təs
tēs

Ορισμός και σημασία του "tortoise"στα αγγλικά

01

χελώνα, χερσαία χελώνα

a type of turtle that lives on land and moves very slowly, with a large shell on its back 
tortoise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tortoises
Παραδείγματα
The ancient tortoise slowly made its way across the sun-baked desert. 

Η αρχαία χελώνα πέρασε αργά την ηλιοκαμένη έρημο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store