Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tornado
01
ανεμοστρόβιλος
a strong and dangerous type of wind, which is formed like a turning cone, usually causing damage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tornadoes
Παραδείγματα
Many trees were uprooted by the powerful tornado.
Πολλά δέντρα ξεριζώθηκαν από τον ισχυρό ανεμοστρόβιλο.
02
ανεμοστρόβιλος, crack
a purified and potent form of cocaine that is smoked rather than snorted; highly addictive
03
χάος, αταξία
(Southern US) a messy or chaotic situation
αργκό
Παραδείγματα
The kitchen was a tornado after the kids finished baking.
Η κουζίνα ήταν ένας ανεμοστρόβιλος αφού τα παιδιά τελείωσαν το ψήσιμο.



























