torn
torn
tɔ:n
tawn
thorn

Ορισμός και σημασία του "torn"στα αγγλικά

01

σκισμένος, διαλυμένος

split or divided into two or more parts, often as a result of force or pressure 
torn definition and meaning
Παραδείγματα
The torn map was missing a crucial piece, making navigation difficult. 

Ο σκισμένος χάρτης έλειπε ένα κρίσιμο κομμάτι, κάνοντας την πλοήγηση δύσκολη.

02

σκισμένος, διαμελισμένος

having edges that are jagged from injury 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most torn
συγκριτικός βαθμός
more torn
διαβαθμίσιμο
03

σκισμένος, διαιρεμένος

disrupted by the pull of contrary forces 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store