Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torn
01
σκισμένος, διαλυμένος
split or divided into two or more parts, often as a result of force or pressure
Παραδείγματα
The torn map was missing a crucial piece, making navigation difficult.
Ο σκισμένος χάρτης έλειπε ένα κρίσιμο κομμάτι, κάνοντας την πλοήγηση δύσκολη.
02
σκισμένος, διαμελισμένος
having edges that are jagged from injury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most torn
συγκριτικός βαθμός
more torn
διαβαθμίσιμο
03
σκισμένος, διαιρεμένος
disrupted by the pull of contrary forces



























