Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torn
01
σκισμένος, διαλυμένος
split or divided into two or more parts, often as a result of force or pressure
Παραδείγματα
The torn ligament in his knee required surgery to repair.
Ο σκισμένος σύνδεσμος στο γόνατό του απαιτούσε χειρουργική επέμβαση για επισκευή.
02
σκισμένος, διαμελισμένος
having edges that are jagged from injury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most torn
συγκριτικός βαθμός
more torn
διαβαθμίσιμο
03
σκισμένος, διαιρεμένος
disrupted by the pull of contrary forces



























