Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Torch
01
δαυλός, πυρσός
a handheld portable light source that uses a flame to lighten a place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
torches
Παραδείγματα
He lit a torch to explore the dark cave.
Άναψε ένα πυρσό για να εξερευνήσει το σκοτεινό σπήλαιο.
02
φακός, φωτιστικό χειρός
a portable electric light source, typically powered by batteries, used to illuminate dark areas
Dialect
British
Παραδείγματα
She used a torch to find her way through the dark forest.
Χρησιμοποίησε έναν φακό για να βρει το δρόμο της μέσα από το σκοτεινό δάσος.
03
καμινέτο, φλόγιστη
a tool that generates a high-temperature flame by combining fuel with air, used for welding, cutting, or heating
Παραδείγματα
The welder used a torch to fuse the metal pieces.
Ο συγκολλητής χρησιμοποίησε ένα φωτιστήρα για να συγκολλήσει τα μεταλλικά κομμάτια.
to torch
01
πυρπολώ, καίω
to intentionally set fire to something, causing it to burn or be destroyed
Transitive: to torch sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
torch
γ΄ ενικό πρόσωπο
torches
ενεστώτα μετοχή
torching
απλός αόριστος
torched
παθητική μετοχή
torched
Παραδείγματα
The rioters torched several cars during the protest.
Οι επεισόδιοι έβαλαν φωτιά σε πολλά αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας.
02
ζεσταίνω, καίω
to heat drugs, such as crack, before inhaling
αργκό
Παραδείγματα
He torched a small piece of crack before taking a hit.
Ζέστανε ένα μικρό κομμάτι κρακ πριν πάρει μια ρουφηξιά.



























