Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
topped
01
στεμματοφόρος, με κορυφή
having a top of a specified character
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most topped
συγκριτικός βαθμός
more topped
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
topped
top



























