topped
topped
tɑpt
taapt
/tˈɒpt/

Ορισμός και σημασία του "topped"στα αγγλικά

01

στεμματοφόρος, με κορυφή

having a top of a specified character
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most topped
συγκριτικός βαθμός
more topped
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store