Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
topological
01
τοπολογικός, σχετικός με την τοπολογία
related to the arrangement and connections of spaces or objects that remain unchanged under continuous transformations like stretching or bending
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The topological layout of the city's subway system affects commuting efficiency.
Η τοπολογική διάταξη του συστήματος μετρό της πόλης επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της μετακίνησης.
Λεξικό Δέντρο
topologically
topological
topologic
topology
topo



























