topicalization
to
ˌtɒ
το
pi
pɪ
πι
ca
kə
κα
li
laɪ
λαι
za
ˈzeɪ
ζει
tion
ʃən
σαν

Ορισμός και σημασία του "topicalization"στα αγγλικά

Topicalization
01

τοπικοποίηση, έμφαση μέσω τοπικοποίησης

the linguistic process of placing a specific word or phrase at the beginning of a sentence to highlight and give emphasis to the topic being discussed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
topicalizations

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store