toothpaste
Pronunciation
/ˈtuθˌpeɪst/

Ορισμός και σημασία του "toothpaste"στα αγγλικά

01

οδοντόκρεμα, οδοντόπαστα

a soft and thick substance we put on a toothbrush to clean our teeth
toothpaste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toothpastes
Παραδείγματα
She ran out of toothpaste and made a note to buy more at the store.
Της τελείωσε η οδοντόκρεμα και σημείωσε να αγοράσει περισσότερη από το μαγαζί.

Λεξικό Δέντρο

toothpaste

tooth

+

paste

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store