toothless
tooth
ˈtuθ
τουθ
less
ləs
λασ
/tˈuːθləs/

Ορισμός και σημασία του "toothless"στα αγγλικά

01

άδοντός, χωρίς δόντια

lacking teeth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toothless
συγκριτικός βαθμός
more toothless
διαβαθμίσιμο
02

αδόντιστος, ανίσχυρος

lacking power, strength, or effectiveness
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store