toolmaker
tool
ˈtu:l
tool
ma
meɪ
mei
ker

Ορισμός και σημασία του "toolmaker"στα αγγλικά

01

εργαλειοποιός, κατασκευαστής εργαλείων

a person who makes or repairs tools, often for industrial or mechanical use 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toolmakers
Παραδείγματα
The toolmaker crafted custom wrenches for the factory. 

Ο κατασκευαστής εργαλείων δημιούργησε προσαρμοσμένα κλειδιά για το εργοστάσιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store