Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tool cabinet
01
ντουλάπι εργαλείων, κουτί εργαλείων
a box or chest or cabinet for holding hand tools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tool cabinets



























