Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tool
01
εργαλείο
something such as a hammer, saw, etc. that is held in the hand and used for a specific job
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tools
Παραδείγματα
The carpenter used a hammer as his primary tool for driving nails.
Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε ένα σφυρί ως το κύριο εργαλείο του για την καρφίτσωση καρφιών.
02
εργαλείο, μέσο
the means whereby some act is accomplished
03
πουτσο, πέος
the penis
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He got kicked right in the tool during the rugby match and went down hard.
Χτυπήθηκε ακριβώς στο εργαλείο κατά τη διάρκεια του αγώνα ράγκμπι και έπεσε βαρύτατα.
04
ένας ηλίθιος, ένα μαριονέτα
a person who is easily manipulated or used, often due to low intelligence or self-esteem
αργκό
Παραδείγματα
He acted like a tool by believing every lie.
Ενέργησε σαν εργαλείο πιστεύοντας κάθε ψέμα.
05
όπλο, πιστόλι
a gun or firearm
αργκό
Παραδείγματα
He always carries a tool when walking through that block.
Πάντα κουβαλάει ένα εργαλείο όταν περνάει από εκείνο το τετράγωνο.
to tool
01
περιφέρομαι με το αυτοκίνητο, οδηγώ για ευχαρίστηση
ride in a car with no particular goal and just for the pleasure of it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tool
γ΄ ενικό πρόσωπο
tools
ενεστώτα μετοχή
tooling
απλός αόριστος
tooled
παθητική μετοχή
tooled
02
οδηγώ, κατευθύνω
drive
03
χρησιμοποιώ εργαλείο, δουλεύω με εργαλείο
work with a tool
04
εξοπλίζω με εργαλεία, προμηθεύω με εργαλεία
furnish with tools



























