Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tonsure
01
κουρά, θρησκευτική ξύρισμα
the act of shaving all or part of the hair on the scalp, often for religious or cultural reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tonsures
02
κουρά
the shaved crown of a monk's or priest's head
to tonsure
01
κουρεύω, ξυρίζω το κεφάλι ενός νέου μοναχού
shave the head of a newly inducted monk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tonsure
γ΄ ενικό πρόσωπο
tonsures
ενεστώτα μετοχή
tonsuring
απλός αόριστος
tonsured
παθητική μετοχή
tonsured



























