tonsure
Pronunciation
/tˈɑːnʒɚ/

Ορισμός και σημασία του "tonsure"στα αγγλικά

01

κουρά, θρησκευτική ξύρισμα

the act of shaving all or part of the hair on the scalp, often for religious or cultural reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tonsures
02

κουρά

the shaved crown of a monk's or priest's head
to tonsure
01

κουρεύω, ξυρίζω το κεφάλι ενός νέου μοναχού

shave the head of a newly inducted monk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tonsure
γ΄ ενικό πρόσωπο
tonsures
ενεστώτα μετοχή
tonsuring
απλός αόριστος
tonsured
παθητική μετοχή
tonsured
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store