tongs
Pronunciation
/ˈtɑŋz/, /ˈtɔŋz/

Ορισμός και σημασία του "tongs"στα αγγλικά

01

τσιμπίδα, κουζινική τσιμπίδα

a kitchen utensil with two bars that when pushed one can lift small items
tongs definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tongs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store