Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tom-tom
01
τομ-τομ, οποιοδήποτε από τα διάφορα ντραμς με μικρές κεφαλές
any of various drums with small heads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tom-toms
LanGeek



























