Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toga
01
τήβεννος, ένα είδος χαλαρού και μακριού εξωτερικού ενδύματος που φορούσαν οι άνθρωποι της αρχαίας Ρώμης
a kind of loose and long outer clothing item worn by the people of ancient Rome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
togas
LanGeek



























