toga
to
ˈtəʊ
tew
ga
yogasitotroga

Ορισμός και σημασία του "toga"στα αγγλικά

01

τήβεννος, ένα είδος χαλαρού και μακριού εξωτερικού ενδύματος που φορούσαν οι άνθρωποι της αρχαίας Ρώμης

a kind of loose and long outer clothing item worn by the people of ancient Rome 
toga definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
togas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store