to tog out
tog
tɒg
tog
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "tog out"στα αγγλικά

to tog out
01

ντύνομαι, στολίζομαι

to dress up or to put on clothes for a particular occasion 
to tog out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
tog
ενεστώτας
tog out
γ΄ ενικό πρόσωπο
togs out
ενεστώτα μετοχή
togging out
απλός αόριστος
togged out
παθητική μετοχή
togged out

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store