to tog
Pronunciation
/tˈɑːɡ/
togged

Ορισμός και σημασία του "tog"στα αγγλικά

to tog
01

ντύνω, προμηθεύω με ρούχα

provide with clothes or put clothes on
to tog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tog
γ΄ ενικό πρόσωπο
togs
ενεστώτα μετοχή
togging
απλός αόριστος
togged
παθητική μετοχή
togged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store