to titter
Pronunciation
/ˈtɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "titter"στα αγγλικά

to titter
01

χαχανίζω, γελώ νευρικά

to laugh quietly in a restrained or nervous manner, often with short, high-pitched sounds
Intransitive
to titter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
titter
γ΄ ενικό πρόσωπο
titters
ενεστώτα μετοχή
tittering
απλός αόριστος
tittered
παθητική μετοχή
tittered
Παραδείγματα
The shy teenager tittered when complimented on their hidden talent.
Ο ντροπαλός έφηβος γέλασε νευρικά όταν επαινέθηκε για το κρυφό του ταλέντο.
01

νευρικό γέλιο, συγκρατημένο γέλιο

a nervous restrained laugh
titter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
titters

Λεξικό Δέντρο

tittering
titter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store