Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tipster
01
tipster, συμβουλος στοιχημάτων
one who sells advice about gambling or speculation (especially at the racetrack)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tipsters
02
πληροφοριοδότης, καταδότης
a person who gives the police information about a crime
Παραδείγματα
The tipster called the police.
Ο πληροφοριοδότης κάλεσε την αστυνομία.



























