tinfoil
Pronunciation
/tˈɪnfɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "tinfoil"στα αγγλικά

01

αλουμινόχαρτο, φύλλο αλουμινίου

thin, flexible sheet made of aluminum, used for wrapping and preserving food
tinfoil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The camping checklist included tinfoil for cooking meals over the campfire.
Ο κατάλογος ελέγχου για κατασκήνωση περιλάμβανε αλουμινόχαρτο για το μαγείρεμα γευμάτων πάνω από τη φωτιά της κατασκήνωσης.

Λεξικό Δέντρο

tinfoil

tin

+

foil

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store