Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tincture
01
απόχρωση, τόνος
any shade of a color from light to dark on a spectrum
02
βότανο σε αλκοόλ, αλκοολικό εκχύλισμα
(pharmacology) a liquid medicine made by soaking a plant or herb in alcohol to extract its healing properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tinctures
Παραδείγματα
The patient reported positive effects after using the herbal tincture as recommended.
Ο ασθενής ανέφερε θετικά αποτελέσματα μετά τη χρήση της φυτικής βότανας όπως συνιστάται.
03
ένδειξη, δείκτης
a sign or indicator of the existence of something
04
βαφή, χρωστική ουσία
a substance that colors or dyes
to tincture
01
βαφή ελαφρά, χρωματίζω ελαφρά
stain or tinge with a slight amount of a color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tincture
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinctures
ενεστώτα μετοχή
tincturing
απλός αόριστος
tinctured
παθητική μετοχή
tinctured
02
χρωματίζω, διαποτίζω
fill, as with a certain quality
Λεξικό Δέντρο
tincture
tinct



























