tin hat
tin
tɪn
τιν
hat
hæt
χαιτ
/tˈɪn hˈat/

Ορισμός και σημασία του "tin hat"στα αγγλικά

01

ελαφρύ κράνος, προστατευτικό κράνος

a lightweight protective helmet (plastic or metal) worn by construction workers
tin hat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tin hats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store