Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
timeless
01
διαχρονικός, αιώνιος
remaining unaffected by the passage of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most timeless
συγκριτικός βαθμός
more timeless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her style is elegant and timeless, never going out of fashion.
Το στυλ της είναι κομψό και διαχρονικό, ποτέ δεν ξεφεύγει από τη μόδα.
Λεξικό Δέντρο
timelessly
timelessness
timeless
time



























