Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
timeless
01
διαχρονικός, αιώνιος
remaining unaffected by the passage of time
Παραδείγματα
The song ’s melody is timeless, still cherished after decades.
Η μελωδία του τραγουδιού είναι διαχρονική, ακόμα αγαπητή μετά από δεκαετίες.
Λεξικό Δέντρο
timelessly
timelessness
timeless
time



























