timekeeper
time
ˈtaɪm
taim
kee
ki:
ki
per

Ορισμός και σημασία του "timekeeper"στα αγγλικά

01

χρονομέτρης, μετρητής χρόνου

a measuring instrument or device for keeping time 
timekeeper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
timekeepers
02

χρονομέτρης, υπάλληλος που καταγράφει τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων

a clerk who keeps track of the hours worked by employees 
03

χρονομέτρης, φύλακας χρόνου

(sports) an official who keeps track of the time elapsed 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

timekeeper

time

+

keeper

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store