Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Timekeeper
01
χρονομέτρης, μετρητής χρόνου
a measuring instrument or device for keeping time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
timekeepers
02
χρονομέτρης, υπάλληλος που καταγράφει τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων
a clerk who keeps track of the hours worked by employees
03
χρονομέτρης, φύλακας χρόνου
(sports) an official who keeps track of the time elapsed
Λεξικό Δέντρο
timekeeper
time
keeper



























