tied up
tied
taɪd
taid
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "tied up"στα αγγλικά

01

απασχολημένος, δεσμευμένος

occupied or unavailable due to being busy, engaged, or involved in some activity or task 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tied up
συγκριτικός βαθμός
more tied up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tied-up manager couldn’t step away from his meetings. 

Ο απασχολημένος διευθυντής δεν μπορούσε να φύγει από τις συναντήσεις του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store