Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tie down
01
δένω, περιορίζω
to set rules that restrict freedom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
tie
ενεστώτας
tie down
γ΄ ενικό πρόσωπο
ties down
ενεστώτα μετοχή
tying down
απλός αόριστος
tied down
παθητική μετοχή
tied down
Παραδείγματα
He felt tied down by too many commitments.
Αισθανόταν δεμένος από πάρα πολλές υποχρεώσεις.
02
δένω, ασφαλίζω
to use ropes or similar restraints to secure an object and prevent it from moving
Παραδείγματα
They tied down the Christmas tree on top of the car for the ride home.
Δέσανε το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην κορυφή του αυτοκινήτου για το ταξίδι της επιστροφής.



























