Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tie down
[phrase form: tie]
01
δένω, περιορίζω
to set rules that restrict freedom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
tie
ενεστώτας
tie down
γ΄ ενικό πρόσωπο
ties down
ενεστώτα μετοχή
tying down
απλός αόριστος
tied down
παθητική μετοχή
tied down
Παραδείγματα
Let 's not let rigid rules tie down our creativity.
Ας μην αφήσουμε τους άκαμπτους κανόνες να περιορίσουν τη δημιουργικότητά μας.
02
δένω, ασφαλίζω
to use ropes or similar restraints to secure an object and prevent it from moving
Παραδείγματα
Before the storm, tie down any loose objects in the yard.
Πριν από τη θύελλα, δέστε όλα τα χαλαρά αντικείμενα στην αυλή.



























