tickling
tick
ˈtɪk
τικ
ling
lɪng
λινγκ
/tˈɪklɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "tickling"στα αγγλικά

01

γαργαλητό, πράξη του γαργαλήματος

the act of tickling
tickling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

γαργαλητός

exciting by touching lightly so as to cause laughter or twitching movements
tickling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tickling
συγκριτικός βαθμός
more tickling
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store