Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thwart
01
ματαιώνω, εμποδίζω
to intentionally prevent someone or something from accomplishing a purpose or plan
Transitive: to thwart an action or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thwart
γ΄ ενικό πρόσωπο
thwarts
ενεστώτα μετοχή
thwarting
απλός αόριστος
thwarted
παθητική μετοχή
thwarted
Παραδείγματα
The vigilant guards regularly thwart attempts to trespass into the restricted area.
Οι εγρήγορες φρουροί ματαιώνουν τακτικά τις προσπάθειες εισβολής στην περιορισμένη περιοχή.
Thwart
01
πάγκος κωπηλασίας, εγκάρσια δοκός
a crosspiece spreading the gunnels of a boat; used as a seat in a rowboat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thwarts



























