Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thundery
01
καταιγιστικός, με καταιγίδες
(of weather) having thunderstorms and lightning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thundery
συγκριτικός βαθμός
more thundery
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The thundery weather brought relief from the heat, but also the risk of lightning strikes.
Ο καταιγιστικός καιρός έφερε ανακούφιση από τη ζέστη, αλλά και τον κίνδυνο από κεραυνούς.
Λεξικό Δέντρο
thundery
thunder



























