thunderbolt
thun
ˈθʌn
than
der
bolt
bəʊlt
bewlt

Ορισμός και σημασία του "thunderbolt"στα αγγλικά

01

κεραυνός, αστραπή

a flash of lightning accompanied by the sound of thunder at once, which strikes a person or object 
thunderbolt definition and meaning
Παραδείγματα
The thunderbolt struck the tree, splitting it in half. 

Η αστραπή χτύπησε το δέντρο, σχίζοντάς το στη μέση.

02

κεραυνός, αστραπή

a sudden, shocking, or unexpected event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thunderbolts
Παραδείγματα
The announcement hit the company like a thunderbolt. 

Η ανακοίνωση χτύπησε την εταιρεία σαν κεραυνός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store