Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thunderbolt
01
κεραυνός, αστραπή
a flash of lightning accompanied by the sound of thunder at once, which strikes a person or object
Παραδείγματα
The thunderbolt hit the ground just a few meters away, leaving a smoking crater.
Η αστραπή χτύπησε το έδαφος μόλις μερικά μέτρα μακριά, αφήνοντας μια καπνίζοντα κρατήρα.
02
κεραυνός, αστραπή
a sudden, shocking, or unexpected event
Παραδείγματα
The decision struck him like a thunderbolt.
Η απόφαση τον χτύπησε σαν κεραυνός.



























