Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thrower
01
πεταχτής, ρίπτης
someone who projects something (especially by a rapid motion of the arm)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throwers
02
αγγειοπλάστης, κεραμουργός
a craftsman who shapes pottery on a potter's wheel and bakes them it a kiln
03
νήθων, στρίπτης
a person who twists silk or rayon filaments into a thread or yarn
Λεξικό Δέντρο
thrower
throw



























