Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Biohazard
01
βιολογικός κίνδυνος, βιοκίνδυνος
a risk to human health or to the environment caused by a biological source, especially microorganisms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
biohazards
Παραδείγματα
The research facility was shut down after an accidental release of a biohazard, posing a serious risk to public health.
Η εγκατάσταση έρευνας έκλεισε μετά από την τυχαία απελευθέρωση ενός βιολογικού κινδύνου, που αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
biohazard
bio
hazard



























