Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
biographical
01
βιογραφικός, σχετικός με τη βιογραφία
relating to or describing the life or history of a particular person, often focusing on significant events, achievements, or experiences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
literature, history, information
Παραδείγματα
The museum featured a biographical exhibit about the artist.
Το μουσείο παρουσίασε μια βιογραφική έκθεση για τον καλλιτέχνη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autobiographical
biographical



























