Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Threesome
01
τρία, τρίο
the cardinal number that is the sum of one and one and one
02
τρίο, ομάδα τριών ατόμων
three people considered as a unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
threesomes
LanGeek



























