Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thistle
01
γαϊδουράγκαθο, ανοιχτό μοβ
of a pale, muted purple color that resembles the soft hues of the thistle flower
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thistle
συγκριτικός βαθμός
more thistle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The garden chair cushions were in a muted thistle color.
Τα μαξιλάρια των κήπων ήταν σε ένα σβησμένο χρώμα γαϊδουράγκαθο.
Thistle
01
γαϊδουράγκαθο, τσικουδιά
any of numerous plants of the family Compositae and especially of the genera Carduus and Cirsium and Onopordum having prickly-edged leaves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thistles



























