Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thirteenth
01
δέκατος τρίτος, ο δέκατος τρίτος
coming or happening right after the twelfth person or thing
Παραδείγματα
The thirteenth amendment to the U.S. Constitution abolished slavery, marking a significant milestone in American history.
Η δέκατη τρίτη τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ κατήργησε τη δουλεία, σηματοδοτώντας ένα σημαντικό ορόσημο στην αμερικανική ιστορία.
Thirteenth
01
δέκατος τρίτος, δέκατη τρίτη θέση
position 13 in a countable series of things



























