Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thirsty
02
διψασμένος, ξηρός
needing moisture
03
διψασμένος, ικανός να απορροφά μεγάλες ποσότητες υγρασίας
able to take in large quantities of moisture
04
διψασμένος
(usually followed by `for') extremely desirous
4.1
πεινάει για προσοχή, απελπισμένος για στοργή
desperate for attention, validation, or affection, especially of a romantic or sexual kind
Λεξικό Δέντρο
thirstily
thirstiness
thirsty
thirst



























