thirsty
thirs
ˈθɜ:s
thēs
ty
ti
ti
thirty

Ορισμός και σημασία του "thirsty"στα αγγλικά

01

διψασμένος,με δίψα, needing a drink

wanting or needing a drink 

dry

thirsty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
thirstiest
συγκριτικός βαθμός
thirstier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After eating spicy food, he became very thirsty and drank a glass of water. 

Αφού έφαγε πικάντικο φαγητό, έγινε πολύ διψασμένος και ήπιε ένα ποτήρι νερό.

02

διψασμένος, ξηρός

needing moisture 
03

διψασμένος, ικανός να απορροφά μεγάλες ποσότητες υγρασίας

able to take in large quantities of moisture 
04

διψασμένος

(usually followed by `for') extremely desirous 
4.1

πεινάει για προσοχή, απελπισμένος για στοργή

desperate for attention, validation, or affection, especially of a romantic or sexual kind 
Παραδείγματα
He kept liking all her old posts; dude's looking real thirsty. 

Συνέχισε να κάνει like σε όλες τις παλιές της αναρτήσεις· ο τύπος δείχνει πραγματικά απελπισμένος.

Λεξικό Δέντρο

thirstily
thirstiness
thirsty
thirst
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store