Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thirsty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
thirstiest
συγκριτικός βαθμός
thirstier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They felt thirsty after the long flight and drank water from the airplane's cart.
Ένιωσαν δίψα μετά από τη μακρά πτήση και ήπιαν νερό από το καρότσι του αεροπλάνου.
02
διψασμένος, ξηρός
needing moisture
03
διψασμένος, ικανός να απορροφά μεγάλες ποσότητες υγρασίας
able to take in large quantities of moisture
04
διψασμένος
(usually followed by `for') extremely desirous
4.1
πεινάει για προσοχή, απελπισμένος για στοργή
desperate for attention, validation, or affection, especially of a romantic or sexual kind
Παραδείγματα
If you do n't want to seem thirsty, play it cool and wait a bit.
Αν δεν θέλεις να φανείς απελπισμένος, κράτα την ψυχραιμία σου και περίμενε λίγο.
Λεξικό Δέντρο
thirstily
thirstiness
thirsty
thirst



























